Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία – ET IN ARCADIA EGO

Δεν υπάρχουν σχόλια

ΑΡΚΑΔΙΑ Poster

μια ταινία του Αλέξανδρου Παπαηλιού

 Η ταινία «Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία – ΕΤ IN ARCADIA EGO» προβλήθηκε και διαγωνίσθηκε στην κατηγορία των Ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (21 έως 30 Νοεμβρίου, 2003).

Κατά την απονομή των Κρατικών Βραβείων Ποιότητας 2003 του Υπουργείου Πολιτισμού, η ταινία βραβεύθηκε με το :

     « Βραβείο Ταινίας Τεκμηρίωσης Μεγάλου Μήκους».

Η σκηνοθεσία είναι του Αλέξανδρου Παπαηλιού, τη διεύθυνση φωτογραφίας υπογράφει ο Φίλιππος Κουτσαφτής (Αγέλαστος Πέτρα), ενώ μουσική για την ταινία έγραψε ο Παναγιώτης Στέφος.

 

Λίγα λόγια για την ταινία

Η ταινία είναι το αποτέλεσμα της δεκάχρονης ιστορικής και κοινωνικής έρευνας του σκηνοθέτη. Κυρίως όμως η έρευνα στρέφεται στη σχέση μας με τον εξωτερικό κόσμο. Οι αναμνήσεις και οι εξιδανικεύσεις της παιδικής ηλικίας λειτουργούν πάντα και αναδύονται μπροστά μας σε κάθε ευκαιρία. Πόσο μάλλον όταν κανείς περιδιαβαίνει τη μητρική του χώρα.

Ένα ντοκιμαντέρ με στοιχεία μυθοπλασίας.

Σε κάθε περιπλάνηση στον εξωτερικό κόσμο, αναδύονται μπροστά μας κομμάτια του εαυτού μας.

Η ταινία, είναι ένα ταξίδι επιστροφής στην παιδική ηλικία. Τη δική μου, ίσως και τη δική σας.

Ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Προσπαθεί να ανιχνεύσει τα ερεθίσματα και τα βιώματα-συνειδητά ή ασυνείδητα-που διαπερνούν, διαμορφώνουν και εγγράφονται στην παιδική μνήμη. Αναζητά, όλα αυτά, που μας κάνουν να νιώθουμε, να συγκινούμεθα, να σκεφτόμαστε, να αναπολούμε, να υπάρχουμε.

Μια ποιητική ματιά στην σημερινή πραγματικότητα της Αρκαδίας που αιμορραγεί και αργοπεθαίνει και ταυτόχρονα ο τόπος των παιδικών χρόνων του σκηνοθέτη. Η προσωπική του ουτοπία, μαζί με τις εικόνες των ρομαντικών ποιητών που ονειρεύτηκαν την δική τους Αρκαδία, άλλοτε αισιόδοξα και άλλοτε απαισιόδοξα.

Στην ταινία, ο Αρκαδικός πολιτισμός, όπως εξελίχθηκε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και η Ευρωπαϊκή έννοια Αρκαδία, συμμετέχουν σε ένα ζωντανό διάλογο. Η Αρκαδία και οι συμβολισμοί που αυτή πήρε στο καλλιτεχνικό πεδίο, χτίζουν μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στον Ελληνικό και τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Η σοφία όμως που πηγάζει από τα λόγια ενός απλού βοσκού και η ζωντάνια που ανακαλύπτουμε σε ένα ντοκιμαντερίστικο υλικό ενός μετανάστη του 1955, που μας μεταφέρει σε μια Αρκαδία που σφύζει από ζωή, τονίζουν την τραγικότητα της ιστορίας και της μνήμης.

Σημείωμα του σκηνοθέτη

Η ποιητική ματιά πάνω σε ένα χώρο και στη σχέση που υπάρχει μ’ αυτόν, οδηγεί σ’ ένα αυθόρμητο πέρασμα από την πραγματικότητα στη φαντασία, από τον απλό στο ποιητικό λόγο, από το παρελθόν στο παρόν, από το ντοκιμαντέρ στη μυθοπλασία.

Αυτό που υπάρχει αλλά και αυτό που δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα μας, έχουν την ίδια ακριβώς αξία.

Κείμενο

του συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου

10869902_988208884526887_8587989029103061869_o

(Α’ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας)

για τη ταινία

«πατρίδα είναι η παιδική ηλικία – ET IN ARCADIA EGO»

Όταν ρωτήθηκε το μαντείο των Δελφών ποιος είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο, η Πυθία ονομάτισε τον Αγλαό, αγρότη από την Αρκαδία, ο οποίος δεν είχε ποτέ του εγκαταλείψει το μικρό τόπο του. Αυτός ο χρησμός ερμηνεύει, πιστεύω, την ταινία του Αλέξανδρου Παπαηλιού.

Αποτελεί δηλαδή το ντοκιμαντέρ αυτό μία αναδρομή προς τον αυθεντικό εαυτό και την αρχέγονη μνήμη. Η επιστροφή στην Αρκαδία υπαινίσσεται την πορεία συνάντησης του αναλλοτρίωτου εαυτού, σύμφωνα και με την περίφημη φράση των Ρομαντικών που αποτελεί και τον υπότιτλο της ταινίας : «Et in Arcadia ego». «Κι εγώ στην Αρκαδία». Με το ρήμα να επικρέμαται απροσδιόριστο.

Ο Παπαηλιού υποδεικνύει το θαύμα ως προϋπόθεση πρόσληψης του κόσμου και εναποθέτει στην αθωότητά μας για να το εντοπίσουμε και να το ανασύρουμε από μέσα μας. Αυτή είναι η «πορεία πλεύσης» του ντοκιμαντέρ, το οποίο με στοιχεία μυθοπλαστικής ανασύστασης του τόπου και των προσώπων και μάλιστα ανάδειξης της προσωπικής μνήμης και πορείας του δημιουργού, επιδιώκει να καταδείξει την Αρκαδία του χθες και του σήμερα αλλά και του αύριο ως προοπτική και καταφυγή. Γιατί το αύριο λουφάζει, κατ’ αυτόν, κρυμμένο στο χθες. Οι θεοί και οι μύθοι παραμένουν εσαεί ζωντανοί και ενεργοί στην Αρκαδική γη.

Λιτή η αφήγηση και τα μέσα της ταινίας στην οποία αποφεύγονται οι λεκτικές υπερβολές και τα σκηνοθετικά ευρήματα. Η «επιστροφή», απαιτεί τον ουσιώδη λόγο. Το τοπίο της ψυχής και το εξωτερικό τοπίο, το ιδεατό σκηνικό προς μια ιδεατή Αρκαδία, προς την ουτοπία, συντελείται με διακριτικότητα προς την παράδοση και την ατομική μνήμη. Η νοσταλγία εμφιλοχωρεί επιτηρούμενη πάντως άγρυπνα. Έτσι η ταινία κατορθώνει να αναδείξει τη βαθιά μεταλλαγή του τόπου και των ανθρώπων  σε συνάρτηση με την απώλεια του πολύτιμου χρόνου της παιδικής ηλικίας.

Η αγαθή τύχη και η επίπονη προφανώς αναζήτηση του σκηνοθέτη, απέφεραν ως καρπό τους το παλιό φιλμ ενός μετανάστη, το οποίο παρουσιάζει την Αρκαδία του 1955 και παρεμβάλλεται αφηγηματικά δένοντας τους διαφορετικούς και παράλληλους χρόνους. Η σπουδαία μορφή ενός βοσκού αφηγητή, σοφού και ταυτόχρονα αφελούς, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του τοπίου του, ανασυσταίνει το παρελθόν και περιγράφει προφητικά το μέλλον. Ο ανεπιτήδευτος λόγος συγκινεί και προβληματίζει.

Ένα πέπλο θλίψης διαπερνά ωστόσο τη συνολική αφήγηση του ντοκιμαντέρ. Είναι η θλίψη του τοπίου, η συνείδηση του απολεσθέντος χρόνου και η απειλή του. Η λεπτή αυτή θλίψη υποδηλώνει το ύφος του σκηνοθέτη και την οπτική γωνία θέασης του κόσμου του. Το ύφος αυτό αναδεικνύεται στο ρυθμό αφήγησης, τη θαυμαστή φωτογραφία και το άψογο μοντάζ.

Η μουσική ακόμα σε αρμονία με τη νομοτέλεια του αναβιούμενου κόσμου και η διακριτική  και ώριμη ερμηνεία των ηθοποιών, στο μικρό κομμάτι της μυθοπλασίας, συντελούν στην καλλιτεχνική αρτίωση του ντοκιμαντέρ.

Το όλο εγχείρημα συνιστά μια τρυφερή και συνάμα δυναμική απόπειρα να εκφραστεί το ανείπωτο, γιατί όπως λέει πάλι η Πυθία στο χρησμό της προς τους Σπαρτιάτες «Μου ζητάς να σου πω για την Αρκαδία, μου ζητάς πολλά. Δεν θα σου πω τίποτα».

Οι «φθεγγόμενοι ιχθύες» του επιλόγου του ντοκιμαντέρ, αυτό υπαινίσσονται. Την αδυναμία να εκφραστούν τα αφανή και τα άδηλα, να αρθρωθούν τα άρρητα. Ο Παπαηλιού γνωρίζει καλά πως ελάχιστο από τη σιωπή μπορεί να αντληθεί. Μ’ αυτή τη συνείδηση αρκείται στο λίγο της σιωπής και στην πολυτιμότητά της.

 

Ανδρέας Μήτσου

συγγραφέας

 

 

 

 

Σπύρος Τσαρμπόπουλος
Επόμενο άρθρο

Σχετικά Δημοσιεύσεις