(Τα) Δεινά Κατοχικής Περιόδου

Δεν υπάρχουν σχόλια
Γράφει: ο Καρυτινός Τσαρμπόπουλος Νικόλαος

Γράφει: ο Καρυτινός Τσαρμπόπουλος Νικόλαος

Καρύταινα, ώρα δωδέκατη νυχτερινή της 9ης Αυγούστου 1943, Γερμανική περίπολος από έξι στρατιώτες με επικεφαλής Αξιωματικό, χτυπά επίμονα την εξωτερική και εσωτερική πόρτα του σπιτιού του Κυριάκου Τσαρμπόπουλου. Ο Κυριάκος, ο οποίος κοιμόταν, κάποια στιγμή άκουσε τα χτυπήματα. Σηκώθηκε και από το παράθυρο, είδε στην εξώπορτα ενόπλους Γερμανούς. Έντρομος προσπάθησε να ντυθεί και με σχετική καθυστέρηση άνοιξε την πόρτα. Με το άνοιγμα δέχτηκε σπρωξιές και απειλές από εισβάλλοντες ένοπλους, οι οποίοι είχαν φτάσει στην εσωτερική πόρτα με αναρρίχηση του μαντρότοιχου που περιβάλλει την αυλή του σπιτιού. Ο επικεφαλής Αξιωματικός διέταξε τους άντρες του να ερευνήσουν όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του σπιτιού. Αυτοί χωρίστηκαν ανά δύο και με φανούς έκαναν όλους τους χώρους φύλλο και φτερό χωρίς να βρουν τίποτα απ’ ότι αναζητούσαν. Ο ίδιος περιορίστηκε στον προσεκτικό έλεγχο εγγράφων, όπως απολυτήριο Στρατού, συμβόλαια κ.λπ. αντικείμενα που βρήκαν σε μπαούλα, ντουλάπια και σε άλλους χώρους. Στη συνέχεια ανέκρινε προφορικά και μέσω ενός στρατιώτη που γνώριζε την Ελληνική γλώσσα, τον Κυριάκο, ερωτώντας τον, όπως, «γιατί άργησε να τους ανοίξει», «πού έκρυψε τα μηχανήματα – τη μάνικα – και τον πομπό, τί σινιάλο έδωσε στο εχθρικό αεροπλάνο; πού είναι το φως» κ.λπ. ερωτήσεις που απόβλεπαν σε θέματα κατασκοπείας. Ο Κυριάκος απαντώντας αρνήθηκε τα πάντα και ισχυρίστηκε ότι κοιμόταν βαριά, γιατί την περασμένη μέρα εργαζόταν στο περιβόλι του στη θέση «Χαλούλαγα» και νωρίς το βράδυ έπεσε ξερός στο ύπνο. Ως προς την ερώτηση για το φως είπε ότι η γυναίκα του δεν μπορούσε να ανάψει, γιατί δεν είχαν λάδι και σπίρτα. Μάλιστα τη στιγμή εκείνη έπεσε, από τα τρεμάμενα χέρια της γυναίκας του, το λυχνάρι που κρατούσε. Ο Αξιωματικός σταμάτησε τις ερωτήσεις λέγοντας «πονηρέ γκρέκο» είδαμε απ’ απέναντι το σινιάλο προς το εχθρικό αεροπλάνο που έγινε από το χώρο αυτό με πομπό αναβοσβήνοντας εννέα (9) φορές. Έλαβε την απάντηση ότι ήταν αθώος και ότι κάποιο λάθος έκαναν. Και αυτός υπέδειξε στον Κυριάκο να ετοιμαστεί, γιατί έφερε μόνο παντελόνι και φανέλα, ταυτόχρονα δε διέταξε τους άντρες του να ερευνήσουν τον κήπο και τον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο. Όταν τελείωσαν την έρευνά πήραν, ως κατηγορούμενα, τον Κυριάκο και έφυγαν για το Φρουραρχείο (οίκημα Δημαρχείου). Εκεί τον έκλεισαν στο κρατητήριο και τοποθέτησαν δύο σκοπούς. Ξημέρωσε 10 Αυγούστου. Την 8η, περίπου, πρωινή ώρα πήγε στο κρατητήριο ο Διοικητής-Φρούραρχος της περιοχής. Παρέταξε τους επτά (7) άντρες της νυκτερινής περιπόλου, απέναντι από τον κατηγορούμενο ερώτησε έναν – έναν με την ίδια ερώτηση, που είχε ως εξής «Τί έχεις ν’ αναφέρεις για τη νυκτερινή υπηρεσία σου;» Άρχισε δε από τον κατώτερο, ο οποίος ανέφερε ότι «είδε φως από πομπό που αναβόσβησε εννέα (9) φορές στο χώρο που βρίσκεται το σπίτι του κατηγορούμενου. Μάλιστα τη στιγμή εκείνη άκουσε αεροπλάνο να κάνει κύκλους πάνω από το Φρουραρχείο – Νοσοκομείο – Σχολή (σπίτι Δημητρακόπουλου) και το σημείο που άναβε και έσβηνε το φως. Την αυτή απάντηση έδωσαν και οι υπόλοιποι, ο δε Αξιωματικός πρόσθεσε ότι: Η περίπολος βάδιζε μετά τη στροφή που είναι απέναντι από το σπίτι του κατηγορούμενου (στροφή Ζουρογιάννη). Λόγω σκότους δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν ακριβώς τη θέση πηγής φωτός, ήταν όμως βέβαιος ότι αυτός που έκανε σινιάλο στο αεροπλάνο βρισκόταν σε εξωτερικό χώρο του πρώτου ή του δεύτερου σπιτιού που είναι απέναντι του σημείου που βάδιζαν και μόλις είδαν το φως τρέξανε για να συλλάβουν το δράστη, ο οποίος άργησε πολύ να τους ανοίξει το σπίτι του. Επιπλέον ανέφερε ότι έκαναν έρευνα, χωρίς να βρουν τίποτα το ύποπτο, δεν παρέλειψε δε να αναφέρει ότι τον κατηγορούμενο τον παρακολουθούσαν πέραν του τριμήνου. Ο Φρούραρχος ισχυρίστηκε ότι και αυτός είδε το σινιάλο, προς Αγγλικό αεροπλάνο, από τη βεράντα του Φρουραρχείου. Στη συνέχεια κάλεσε τον κρατούμενο σε απολογία, λέγοντάς του, μέσω διερμηνέα, «Μετά από αυτά που άκουσες τί έχεις να μας πεις; Πρέπει να πάψεις να αρνείσαι και να μας παραδώσεις τα μηχανήματα που έκρυψες». Ο κρατούμενος Κυριάκος αρνήθηκε τα πάντα και, επανέλαβε με λεπτομέρεια τα όσα είχε ισχυριστεί στον Αξιωματικό που τον συνέλαβε. Πρόσθεσε πώς ήταν δυνατόν να κάνει σινιάλο σε αεροπλάνο να βομβαρδίσει το ίδιο το σπίτι του και την οικογένειά του; Υπέθεσε ότι οι άντρες της περιπόλου έκαναν λάθος, λόγω σκότους, και πήγαν στο σπίτι του και όχι σε άλλο γειτονικό στο οποίο ενδεχομένως άναψε το φως. Ως προς δε την παρακολούθησή του είπε ότι καλλιεργούσε περιβόλι στη θέση «Χαλούλαγα», στο κτήμα Ματζουράνη και δίπλα στο ποτάμι Αλφειό, όπου και πήγαιναν δύο – τρεις στρατιώτες οι οποίοι συμμετείχαν στη νυκτερινή περίπολο και οι οποίοι, αφού έκαναν μπάνιο στον Αλφειό, περνούσαν από το περιβόλι του όπου του έκαναν συντροφιά, λέγοντάς του στα Ελληνικά ότι ήσαν Αυστριακοί και ότι γνώριζαν την Ελληνική γλώσσα. Μαζί τους έκανε συζητήσεις για την κατοχική περίοδο της Ελλάδας, για τη συμμετοχή του στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο και για άλλα θέματα, χωρίς να γνωρίζει αν τον παρακολουθούσαν και για ποιό λόγο. Ο Φρούραρχος δεν έκανε δεκτή την απολογία του. Τον υποτίμησε λέγοντάς του, εδώ έχουμε αποδεδειγμένα και χειροπιαστά πράγματα, άτιμε γκρέκο, αυτά περίμενα να προβάλλεις σαν δικαιολογία. Διέταξε τον παριστάμενο Αξιωματικό να οδηγήσει ενώπιόν του τους άντρες και των τριών άλλων σπιτιών, γειτονικών του πρώτου και έφυγε. Γύρω στο μεσημέρι έκλεισαν στο κρατητήριο το Γεώργιο Σαραντόπουλος και το Χρήστο Κοντόπουλο. Στο τρίτο σπίτι του Χρονόπουλου δεν βρήκαν άντρα. Τον Κοντόπουλο, μετά από πρόχειρη εξέταση, τον άφησαν ελεύθερο, γιατί ήταν στη φύλαξη των ζώων που είχαν επιτάξει, το δε Σαραντόπουλο τον κράτησαν μαζί με τον Τσαρμπόπουλο. Μετά το μεσημέρι τους οδήγησαν ενώπιον του Φρουράρχου, ο οποίος κάλεσε σε εξέταση το Σαραντόπουλο παρουσία του Τσαρμόπουλου. Ο Σαραντόπουλος Γεώργιος, μετά από σχετικές ερωτήσεις του Φρουράρχου απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι, ως Δημόσιος Υπάλληλος – Αγρονόμος -, δεν είχε τρόφιμα για την οικογένειά του και τον ίδιο και προς εξεύρεση τροφίμων πήγε την περασμένη μέρα στα χωριά Κυπαρίσσια και Μαυριά από όπου επέστρεψε σπίτι του τη νύχτα. Παραδέχτηκε ότι βαδίζοντας τη νύχτα, άκουσε αεροπλάνο να υπερίπταται προς την Καρύταινα, χωρίς να γνωρίζει την εθνικότητα και το σκοπό πτήσης του. Υπέθεσε ότι τη νύχτα εκείνη πιθανόν στο σπίτι του να είχε ανάψει φως η γυναίκα του, γιατί έκανε μπάνιο στο άρρωστο παιδί τους. Αρνήθηκε κάθε κατηγορία και δήλωσε ότι ήταν αθώος. Ο Φρούραρχος τον χαρακτήρισε ως χειριστή της όλης υπόθεσης με βοηθό τον άλλο, όπως είπε, και διάταξε τη φυλάκισή του μαζί με το Τσαρμπόπουλο για κατασκοπεία σε βάρος του Τρίτου Ράιχ-Γερμανίας. Το απόγευμα της 10-8-43 διατάχθηκε η μεταγωγή των κρατουμένων στη Μεγαλόπολη, λόγω της αποδιδόμενης σοβαρότητας στην υπόθεση. Για τη μεταγωγή διατέθηκαν δύο στρατιώτες με επικεφαλής Αξιωματικό, δύο ειδικοί σκύλοι και μία ζωάμαξα (καρότσα). Οι κρατούμενοι, με χειροπέδες, βάδιζαν πεζή μπροστά από τα ζώα της καρότσας και οι συνοδοί τους πάνω σ’ αυτήν πάνοπλοι. Οι δύο συνοδοί στρατιώτες ήσαν οι γνωστοί του Τσαρμπόπουλου ως Αυστριακοί, που τα έλεγαν στο περιβόλι του. Αυτοί συμπεριφέρονταν φιλικά προς τους μεταγόμενους και υπόσχονταν ότι την επομένη μέρα θα επέστεφαν στην Καρύταινα με αυτοκίνητο. Ξεκίνησαν από το Δημαρχείο, τότε Φρουραρχείο. Στο σταυροδρόμι συνέπτυξαν την ομάδα αυτή με φάλαγγα που έφθασε εκεί από το Ελληνικό και έτσι συνέχισαν την πορεία τους για Μεγαλόπολη. Την αλήθεια τη γνώριζε ο Ειρηνοδίκης του χωριού Νικ. Κάντζιος, η γυναίκα του Αγρονόμου Κατίνα και η Πηνελόπη Χρονοπούλου με τη μάνα της Παναγούλα. Ο Ειρηνοδίκης έμενε στο σπίτι του Παυλίδη, που βρίσκεται στα ριζά του Κάστρου. Το βράδυ της 9-8-43, και κατά το χρόνο που ο Αγρονόμος αναζητούσε τρόφιμα στα χωριά, αυτός πήγε επίσκεψη σπίτι του. Σήμερα το σπίτι αυτό είναι του Λώλου. Την 11.45′ ώρα νυκτερινή βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού και προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο με αναπτήρα της εποχής εκείνης (τσακμακόπετρα – φιτίλι), ταυτόχρονα κοίταζε αεροπλάνο που εμφανίστηκε πάνω από το κέντρο της Καρύταινας και το οποίο, αφού έκανε τρεις κυκλικές κινήσεις πάνω από το Φρουραρχείο, το Νοσοκομείο-Σχολή των Γερμανών και το σπίτι του Αγρονόμου, έφυγε. Η γερμανική περίπολος είδε το φώς και έτρεξε προς το σημείο εκείνο. Ο Ειρηνοδίκης μόλις άκουσε το ποδοβολητό -μπότες- των αντρών της περιπόλου και τα κτυπήματα στις πόρτες του σπιτιού του Κυριάκου έφυγε, χωρίς να ξαναδώσει σημείο ζωής. Η γυναίκα του Αγρονόμου – Κατίνα – απέκρυψε την παρουσία του Ειρηνοδίκη στο σπίτι της, προφανώς για λόγους ευνόητους. Αλλά όμως η δεκαοκτάχρονη, τότε, Πηνελόπη είδε από το παράθυρο του σπιτιού της τον Ειρηνοδίκη και τα όσα περιγράφονται γι’ αυτόν, καθώς και τη φυγή του όταν άκουσε το ποδοβολητό των Γερμανών. Η ίδια αισθάνθηκε τον κίνδυνο που διέτρεχε όλη η γειτονιά, γι’ αυτό ξύπνησε τον αδελφό της Τάκη, του είπε όσα είδε και αυτός έφυγε από το σπίτι τους. Το απόγευμα της επόμενης μέρας και όταν η κοπέλα αυτή είδε δέσμιους τους γείτονές της Γιώργο και Κυριάκο να βαδίζουν μπροστά από την καρότσα, που περνούσε κάτω από το σπίτι της είπε στη μάνα της τα όσα είχε δει από το παράθυρο και της υπέδειξε να τα μεταφέρει στη γυναίκα του Κυριάκου – Μάρίνη. Έτσι και έγινε γνωστή η αλήθεια. Τη στιγμή που η Θεια-Παναγούλα εξιστορούσε στη Μαρίνη τα προαναφερόμενα ήταν παρών ο αδελφός της Γιάννης Γεωργαλής, ο οποίος έξαλλος έψαλε όσα μπορούσε στη γυναίκα του Αγρονόμου, πήρε τη φοράδα του γαμβρού του Κυριάκου και έφυγε για τη Μεγαλόπολη, λέγοντας στην αδελφή του ότι πήγαινε για να βρει κάνα μέσον. Στη Μεγαλόπολη βρήκε το Διοικητή Τάγματος Ασφαλείας Υπομοίραρχο, τότε, Καραβίτη και το γιατρό Κοκκινάκη στους οποίους διηγήθηκε την αλήθεια όπως προαναφέρεται. Ο Υπομοίρχος Καραβίτης και ο γιατρός Κοκκινάκης είπαν, τα όσα ο Γιωργαλής τους εξιστόρησε, στον Αυστριακό φιλέλληνα Λοχαγό Φραντς, ο οποίος ήταν διερμηνέας του Διοικητή – Φρουράρχου Μεγαλόπολης και ο οποίος διέμενε στο σπίτι – βίλα του Κοκκινάκη. Αυτός τους υποσχέθηκε ότι θα πρόσεχε την όλη υπόθεση, και ως Δικηγόρος,

στο Έκτακτο Στρατοδικείο. }Ι φάλαγγα με τους κρατουμένους έφθασε στη Μεγαλόπολη τα μεσάνυχτα, αφού πέρασε απ’ όλα τα χωριά για παραδειγματισμό των κατοίκων. Οι κρατούμενοι κλειδώθηκαν στο κρατητήριο, το οποίο βρισκόταν σε οικίσκο στην είσοδο του Γυμνασίου. Μέσα από το τσιμέντινο χώρο άκουγαν φωνές, τηλεφωνικές συνομιλίες, γέλια και γερμανικά εμβατήρια. Ξημέρωσε 11η Αυγούστου. Πρωί-πρωί δέκα, πάνοπλοι και με εφ’ όπλου λόγχη Γερμανοί μετήγαγαν τους κρατούμενους από κεντρικό δρόμο και δια μέσου της πλατείας, στο Διοικητήριο, κτίσμα στο οποίο έμενε άλλοτε ο Μητροπολίτης. Εκεί κρατήθηκαν όρθιοι, νηστικοί και αμίλητοι μέχρι τη στιγμή που συνήλθε το Έκτακτο Στρατοδικείο, το οποίο συγκροτήθηκε από δύο ανώτερους Αξιωματικούς (Ξυλοκάστρου  και  Τρίπολης),   Διοικητή-Φρούραρχο  Μεγαλόπολης  και  δέκα κατώτερους Αξιωματικούς. Καθήκοντα προέδρου έκανε ο Διοικητής Μεγαλόπολης με διερμηνέα το Λοχαγό Φρανς. Η κατηγορία ήταν για κατασκοπεία σε βάρος του Τρίτου Ράιχ-Γερμανίας και συγκεκριμένα ότι την 9-8-1943 και ώρα 11.45′ νυχτερινή στην Καρύταινα έκαναν σινιάλο και δώσανε οδηγίες, (9) εννέα φορές με οπτικό πομπό, σε Αγγλικό Αεροπλάνο που υπερίπτατο με αποστολή το βομβαρδισμό του Γερμανικού καταυλισμού στην Καρύταινα και κυρίως του εκεί Νοσοκομείου-Σχολής του Φρουραρχείου. Πρώτος κλήθηκε να απολογηθεί ο Αγρονόμος Γεώργιος Σαραντόπουλος, ο οποίος επανέλαβε τα όσα είχε καταθέσει ενώπιον του Φρουράρχου Καρύταινας και διευκρίνισε ότι τα όσα αναφέρονται στον Ειρηνοδίκη τα έμαθε μετά τη μεταγωγή του στη Μεγαλόπολη, τα θεωρεί ως αληθή και ισχυρίστηκε ότι ήταν αθώος. Ο Πρόεδρος είπε ότι τα όσα κατέθεσε κρίνονταν ως ελληνική κουτοπονηριά που επινοήθηκε για παραπλάνηση του Στρατοδικείου. Στη συνέχεια κάλεσε τον άλλο κατηγορούμενο με τη γερμανική φράση «Κομ – Κομ Τσαρμπόπουλε – τι έχεις να μας πεις;». Ο Τσαρμπόπουλος επανέλαβε τα όσα είχε ισχυρισθεί στον Αξιωματικό που τον συνέλαβε και στον Διοικητή – Φρούραρχο Καρύταινας. Επί πλέον κατέθεσε ότι η περίπολος έκανε, λόγω νυκτός, λάθος, γιατί αντί να πάει, στο διπλανό σπίτι του Αγρονόμου, όπου πιθανόν να έπιανε τον Ειρηνοδίκη που διέφυγε όταν άκουσε τα κτυπήματα πήγε στο δικό του σπίτι. Δεν αποδέχτηκε την κατηγορία και δήλωσε ότι ήταν αθώος. Στο σημείο αυτό, ο Πρόεδρος τον διέκοψε, λέγοντας «ξεπέρασες τον προϊστάμενό σου». «Έχουμε εδώ πέντε ώρες» και διέλυσε τη συνεδρίαση. Μετά από κάποια ώρα παρουσιάστηκε ο διερμηνέας Φρανς, ο οποίος αφού παρέταξε ένοπλη φρουρά μπροστά από τους κατηγορούμενους, διέταξε την παρουσίαση όπλων και ανακοίνωσε την απόφαση του Στρατοδικείου με τη φράση «Καταδικαστήκατε παμψηφεί σε θάνατο» και αποχώρησε με τη φρουρά. Ο ίδιος ξαναπαρουσιάστηκε και είπε στους καταδικασθέντες «αν έχετε να τακτοποιήσετε κάποιο οικογενειακό ή άλλο θέμα, να ενημερώσετε δικό σας πρόσωπο γι’ αυτό, γιατί αύριο πρωί θα μεταφερθείτε, με ειδικό όχημα, στην Τρίπολη για εκτέλεση» και έφυγε. Οι δύο σκοποί μετέφεραν τους μελλοθανάτους μαζί με την ένοπλη φρουρά, στο κρατητήριο του Γυμνασίου. Η μεταφορά – μεταγωγή δε έγινε από κεντρικούς δρόμους και δια μέσου της πλατείας της πόλης. Η απόφαση σε θάνατο διαδόθηκε παντού. Ο διερμηνέας Φρανς το είπε στην κυρία Κοκκινάκη (σπιτονοικοκυρά του), η οποία είχε ενημερωθεί από το γιο της και του απάντησε αμέσως «Κάνατε λάθος είναι αθώοι και οι δύο Καρυτινοί, αυτό το γνωρίζω πολύ καλά». Στη συνέχεια του ζήτησε να την πληροφορήσει, ως δικηγόρος, αν προβλέπεται από τη Γερμανική δικονομία ή άλλο νόμο η υποβολή αίτησης για απονομή χάρης. Ο Φρανς της είπε ότι προβλέπεται, αλλά πρέπει να ζητηθεί από τις γυναίκες των καταδικασθέντων μέχρι τη 12η νυκτερινή ώρα. Αμέσως η γυναίκα αυτή ενημέρωσε το γιο της Αντώνη και αυτός με τη σειρά του ενημέρωσε τον Υπομοίραρχο Καραβίτη και Γεωργαλή.Ο Γεωργαλής ενημέρωσε το γαμβρό του Κυριάκο και τον Αγρονόμο. Ο Σαραντόπουλος υπέδειξε την γυναίκα του, η οποία ήταν παρούσα, ο δε Κυριάκος έδωσε στον κουνιάδο του ένα σημείωμα με την παράκληση να το δώσει στο φίλο του Μαστραγγέλη, έμπορο τσιγάρων. Με αυτό τον παρακαλούσε για την αναζήτηση γυναίκας κατάλληλης να παίξει το ρόλο της συζύγου του Μαρίνης, γιατί βρισκόταν στην Καρύταινα και η ώρα έληγε τη 12η νυκτερινή. Η Μαρίνη την προηγούμενη μέρα έφθασε μετά τη δύση του ηλίου στην είσοδο της Μεγαλόπολης, αλλά δεν της επετράπηκε να μπει στην πόλη λόγω της παρέλευσης της ώρας. Έτσι επιστρέφοντας στην Καρύταινα διανυκτέρευσε στου Σούλου (σπίτι Φάνη Κουμούτσου) και το πρωί πήγε να δει τα πέντε μικρά παιδιά της και στη συνέχεια να πάει στη Μεγαλόπολη. Ευτυχώς όμως που δεν πήγε, γιατί είχε βρεθεί άλλη γυναίκα ως σύζυγος του Κυριάκου. Ο προαναφερόμενος φίλος του Κυριάκου πήγε σπίτι του και είπε στη γυναίκα του και στις τρεις κόρες του τι του ζητούσε ο φίλος του. Η δεύτερη κόρη του χωρίς δισταγμό, παρά τον κίνδυνο που διέτρεχε, δέχτηκε, να παρουσιαστεί ως γυναίκα του Τσαμπρόπουλου. Η ίδια πιθανόν να είχε μυηθεί στην αντίσταση. Δέχτηκε να πάει σε άγνωστο σπίτι, όπου μεταμφιέστηκε σα χωριάτισσα και με θάρρος και ζηλευτή υποκρισία παρουσιάστηκε – υπέγραψε και μίλησε ως σύζυγος Κυριάκου Τσαρμόπουλου. Ο Διερμηνέας Φρανς ετοίμασε τις αιτήσεις χάριτος, κάλεσε τις γυναίκες και τις υπέγραψαν και ζήτησε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογούσε, έστω και μερικώς, την παρουσία του ίδιου και των γυναικών ενώπιον του Διοικητή του και μάλιστα νύχτα. Στοιχείο – δικαιολογία – του έδωσε ο γιατρός Αντώνιος Κοκκινάκης, λέγοντας του Φρανς «λένε ότι το σινιάλο έγινε από τον Ειρηνοδίκη με αναπτήρα φιτιλιού, κάνουμε μία δοκιμή στον κήπο έχω τέτοιο αναπτήρα». Έγινε δοκιμή και διαπίστωσαν ότι η δέσμη φωτός ήταν όμοια με αυτή που είδαν οι άνδρες της περιπόλου. Χωρίς καθυστέρηση παρουσιάστηκε στο Διοικητή του -Πρόεδρο του Στρατοδικείου και ανέφερε ότι λόγοι συνειδήσεως και το στοιχείο δοκιμής του αναπτήρα τον οδήγησαν να παρουσιαστεί ενώπιόν του με τις γυναίκες των μελλοθανάτων για να του ζητήσουν την υποβολή αιτήσεων απονομής χάρης. Ο Διοικητής του ζήτησε να αναφέρει ποιός νομικός υπέδειξε το δικαίωμα αυτό. Ο Λοχαγός παραδέχτηκε ότι ο ίδιος τους είπε το δικονομικό δικαίωμα, ότι συνέταξε τις σχετικές αιτήσεις και ότι ζητούσε την έγκρισή του, για να του παρουσιάσει τις γυναίκες που επιθυμούσαν την υποβολή αιτήσεων για απονομή χάριτος. Έλαβε την έγκρισή του και τη διαταγή να πάει τις πρωινές ώρες στο κρατητήριο και να κρυφακούσει τι θα έλεγαν οι μελλοθάνατοι, οι οποίοι ασφαλώς δεν θα κοιμούνταν και θα συζητούσαν για την όλη υπόθεση και ενδεχομένως και για άλλα θέματα. Ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος είχε συνειδησιακό πρόβλημα, αλλά, για να ήσαν απολύτως βέβαιοι για την αθωότητά τους, έπρεπε να ακούσουν τι θα έλεγαν σε ανύποπτο χρόνο και τόπο. Του επεσήμανε δε ότι οι Έλληνες έχουν την ικανότητα να αλλάζουν συζήτηση και με νόημα, γι’ αυτό να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Ο διερμηνέας υποσχέθηκε ότι θα εκτελούσε τη διαταγή του με μεγάλη προσοχή. Παρουσίασε τις γυναίκες των μελλοθάνατων, οι οποίες υπέβαλλαν αιτήσεις για απονομή χάρης και ισχυρίστηκαν ότι οι άντρες τους ήσαν αθώοι. Η παρουσιασθείσα ως Τσαρμποπούλου πρόσθεσε με ψυχραιμία και σαφήνεια ότι αν ο άντρας της έκανε όσα του αποδόθηκαν ως κατηγορία θα τα γνώριζε και κατά συνέπεια θα έπρεπε και αυτή να βρίσκεται στην ίδια με αυτόν θέση. Τα λόγια και ο συλλογισμός της «χωριάτισσας» εξέπληξαν το Διοικητή, ο οποίος είπε προς αυτές: πηγαίνετε και η Γερμανική δικαιοσύνη θα εξετάσει το αίτημά σας και αν πεισθεί ότι οι άντρες σας πρέπει να επιστρέψουν σπίτια τους θα ικανοποιήσει το αίτημά σας, διαφορετικά θα εκτελεσθούν όπως ο νόμος ορίζει. Οι μελλοθάνατοι τις πρωινές ώρες άκουσαν ύποπτη κίνηση έξω από την πόρτα του κρατητηρίου και υποπτεύτηκαν ότι κάποιος κρυφάκουγε. Συνεννοήθηκαν με νόημα και άρχισαν να λένε για τη ζωή τους, τις οικογένειές τους, την άδικη καταδίκη τους και την πρόωρη φυγή τους από τη ζωή. Επέρριπταν την όλη ευθύνη στον Ειρηνοδίκη, ‘ δικαιολογούσαν «με έμφαση» την απόφαση του Στρατοδικείου και επαινούσαν τους Γερμανούς για την όλη συμπεριφορά τους. Αυτά και άλλα πολλά που είπαν, ασφαλώς, τ’ άκουσε ο διερμηνέας και τα μετέφερε στο Διοικητή του. Ξημέρωσε και η ώρα περνούσε βασανιστικά. Ο ήλιος πήγε ψηλά και η μεταγωγή για Τρίπολη καθυστερούσε. Γύρω στις 10 πρωινή ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Πρόεδρος του Στρατοδικείου με το διερμηνέα Φρανς, Ο τελευταίος διερμηνεύοντας τα λόγια του Διοικητή του είπε: «Η Γερμανική δικαιοσύνη εξέτασε, με ιδιαίτερη προσοχή, τις αιτήσεις των συζύγων σας για απονομή χάρης και αποφάσισε την απελευθέρωσή σας. Να πάτε σπίτια σας και να προσέχετε στο μέλλον. Οι ελεύθεροι μελλοθάνατοι τον ευχαρίστησαν και αυτός αφού τους χαιρέτησε έφυγε. Ο φιλέλληνας Λοχαγός Φρανς τους συνέστησε να πάνε στα σπίτια τους από δρόμο που δε περνούσε αυτοκίνητο, γιατί στην Στεμνίτσα είχαν σκοτώσει ένα Γερμανό και αν τους έπιαναν θα τους εκτελούσαν ως ομήρους. Οι δύο ελεύθεροι πλέον Καρυτινοί ευχαρίστησαν τον Αυστριακό Φρανς και έφυγαν για να ζήσουν με την οικογένειά τους όσο χρόνο ο Θεός όριζε. Τα στοιχεία της διήγησης αυτής έλαβε ο συντάκτης Νικόλαος Τσαρμπό-πουλος από πολυσέλιδη ιδιόχειρη περιγραφή, με τον τίτλο «Διάβασέ με και μην κλαις» του πατέρα του Κυριάκου, στη μνήμη του οποίου αφιερώνει την παρούσα αφήγηση. Ο ίδιος συντάκτης θεώρησε αναγκαία τη συμπλήρωση κενών, τα οποία, ασφαλώς, θα αποτελέσουν ερωτηματικά στον αναγνώστη, γι’ αυτό παραθέτει στη συνέχεια μεταγενέστερες, μη διασταυρωθείσες όμως, πληροφορίες: Η Γερμανική αντικατασκοπεία είχε ασαφείς πληροφορίες οι οποίες έφεραν τη Συμμαχική Κυβέρνηση Μέσης Ανατολής ως έχουσα την Καρύταινα μεταξύ των δευτερευόντων στόχων της. Και ότι κλιμάκιο της Εθνικής Αντίστασης δρούσε πληροφοριακά στην ευρύτερη περιοχή. Για το λόγο αυτό το Φρουραρχείο Καρύταινας, από τον Ιούνιο 1943, είχε αναπτύξει αντικατασκοπευτική δραστηριότητα με δίκτυα ασυρμάτων, τα οποία περιφέρονταν νύκτα – μέρα σε διάφορες τοποθεσίες όπως, Ραϊσούλα, Χαλούλαγα, Αχνό, Αλώνι Κυριάκου, Πιλάλα κ.λπ., με απώτερο σκοπό τη συλλογή πληροφο-ριακών στοιχείων. Παράλληλα αναζητούσε κάθε σχετική πληροφορία με στρατιωτικό προσω-πικό που γνώριζε την Ελληνική

γλώσσα και συμπεριφερόταν με φιλελληνικά αισθήματα ως προερχόμενο από την Αυστρία. Έτσι δικαιολογείται και ο ισχυρισμός περί παρακολούθησης του Κυριάκου επί τρίμηνο προ της σύλληψής του για κατασκοπεία. Ίδιες, αλλά αδιασταύρωτες, πληροφορίες φέρουν το Αγγλικό αεροπλάνο που εμφανίστηκε ώρα 11.45′ νυκτερινή πάνω από το κέντρο του χωριού, ότι είχε ως αποστολή το βομβαρδισμό του Γερμανικού Νοσοκομείου – Σχολής (σπίτι Δημητρακόπουλου) με καθοδήγηση από κλιμάκιο Εθνικής Αντίστασης που βρισκόταν, πιθανόν, στην Ψηλή Παναγιά. ] I αποστολή του αεροπλάνου ματαιώθηκε, λόγω παρέλευσης του χρόνου αιφνιδιασμού, από την επιπόλαια ενέργεια του Ειρηνοδίκη (προσπάθεια για άναμμα τσιγάρου), η οποία επέφερε σύγχυση στον πιλότο ως προς το ακριβές στίγμα του στόχου. Το γεγονός αυτό ο Γερμανός Φρούραρχος Καρύταινας, το απέδωσε σε «Αγγελική δύναμη». Μάλιστα όταν έμαθε την απονομή χάρης στους καταδικασ-θέντες είπε στον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας Πέτρο Τσαρμπόπουλο «Πρόεδρε Άγγελο είχε ο ανιψιός σου και ο άλλος», «Άγγελο όμως είχαμε κι εμείς, που έβαλε αυτόν να κάνει σινιάλο στο Αγγλικό αεροπλάνο με πομπό.

Σπύρος Τσαρμπόπουλος
Επόμενο άρθρο

Σχετικά Δημοσιεύσεις