ΤΟ ΨΑΡΟΚΟΦINΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια

Το ψαροκόφινο είναι ένα ξεχασμένο εργαλείο ψαρέματος σε ποτάμι.  Μοιάζει σαν μεγάλο μπουκάλι πλεγμένο με ψιλές βέργες από ιτιά ή λιγιά. Το μέγεθός του, η κοιλιά του και το χωνί του πλέκονται κατά τρόπο που τα ψάρια να μπορούν να μπουν, για να φάνε το δόλωμα, και να μη μπορούν να βγουν απ’ αυτό.

Ο Νίκος είχε μάθει τον τρόπο ψαρέματος από πολύ μικρός, από τον πατέρα του. Όταν ήταν δέκα πέντε χρόνων είχε τρία δικά του ψαροκόφινα. Τα καλοκαίρια ψάρευε με αυτά στον Αλφειό και συγκεκριμένα στη θέση «Βρομόβρυση», τα μετέφερε δε και στην περιοχή «Χαλούλαγα», όπου ψάρευε λίγες μόνο μέρες.

Η αλλαγή θέσεως ψαρέματος γινόταν για να μην εντοπίζεται η θέση που ήταν ριγμένα. Αυτό παρείχε μερική ασφάλεια, γιατί άλλα παι­διά που ψάρευαν με πετονιά-αγκίστρι συνήθιζαν να βγάζουν τα ξένα ψαροκόφινα, να παίρνουν τα ψάρια και να τα ξαναρίχνουν στη θέση τους. Μερικές δε φορές έπαιρναν και τα καλοπλεγμένα ψαροκόφινα.

Η θέση «Βρομόβρυση» είχε επιλεγεί από το Νίκο, γιατί βρίσκεται κοντά σε πατρικό του κτήμα. Περνά δρόμος πάνω από τη βραχώδη περιοχή, όπου άφηνε το άλογό του «Ντορή» και τη σκύλα του «Λουλού», και γιατί  δεν μπορούσε να κατέβει στο ποτάμι άλλος που δεν γνώριζε τα δύο μοναδικά μονοπάτια.

Ένα καλοκαίρι – μήνα Αύγουστο – έπιασε μεγάλη νεροποντή στη γύρω του λεκανοπεδίου Μεγαλόπολης ορεινή περιοχή. Αυτό ανάγκασε το Νίκο να πάει να βγάλει τα ψαροκόφινά του, για να μην τα πάρει η αναμενόμενη κατεβασιά. Τον ακολούθησε κα η σκύλα του «Λουλού», η οποία όταν έφθασαν στο ποτάμι, και ενώ όλα φαίνονταν ωραία κα φυσικά, άρχισε να γαυγίζει το νερό επίμονα. Ο ίδιος ασχολήθηκε με το να βγάλει τα ψαροκόφινα με την καλαμένια τσιγκέλα του και τη στιγμή που προσπαθούσε να βγάλει το τρίτο -τελευταίο – η Λουλού πήδηξε από πέτρα σε πέτρα δάγκασε το παντελόνι του και τον τραβούσε προς τα έξω.

Δεν πέρασαν δύο-τρία δευτερόλεπτα κα η στάθμη του νερού σκέπασε τις πέτρες και ο Νίκος με το ψαροκόφινο στην αγκαλιά και βρεγμένος μέχρι τη μέση βγήκε στην όχθη, τον ακολούθησε δε και η σκύλα του κολυμπώντας. Γρήγορα απομακρύνθηκαν σε ασφαλή χώρο γιατί το φουσκωμένο ποτάμι, γεμάτο ξύλα, γεωργικά εργαλεία, φρούτα και άλλα στερεά υλικά, παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του.

Η Λουλού για το ενδιαφέρον και τη σωτηρία του αφεντικού της πή­ρε ένα μπράβο και ένα χάδι.

Ο νεαρός τότε Νίκος γοητευμένος από το ψάρεμα φόρτωσε στο άλογό του «Ντορή» τα ψαροκόφινά του και τα μετέφερε στη θέση «Νησάκι» περιοχής «Χαλούλαγα» πριν ακόμα ξεθολώσει το νερό του ποταμιού.

Τα έριξε σε επιλεγμένες λίμνες-θέσεις μέχρι την Ξυνόσκαλα ή Ξυλό- σκαλα και κάθε μεσημέρι τα έβγαζε, έπαιρνε τα ψάρια, έβαζε καινούριο δόλωμα και τα ξανάριχνε στην ίδια ή άλλη θέση ανάλογα με τη σοδειά σε ψάρια.

Ακουστή θέση για τα πολλά της ψάρια ήταν η λίμνη «Παπαγγέλη» η οποία βρίσκεται μετά την Ξυνόσκαλα και συνέχεια μιας μεγάλης πέ­τρινης πλάκας από την οποία πέφτουν τα νερά του ποταμιού σαν καταρράχτης. Από την ξηρά δεν είναι δυνατή η διάβαση, γιατί αρχίζει το μεγάλο φαράγγι του Αλφειού.

Ήταν παραμονές Δεκαπενταύγουστου και ο Νίκος θέλησε να πιάσει περισ-σότερα ψάρια για τις μέρες εκείνες. Γι’ αυτό πήρε τα δύο από τα τρία ψαροκό-φινα, κατέβηκε την πέτρινη Ξυνόσκαλα, πέρασε την άπατη λίμνη «Παπαγγέλη» κολυμπώντας και αφού επέλεξε κατάλληλες θέσεις τα έριξε με την ελπίδα ότι την άλλη μέρα θα είχε καλή ψαριά.

Η ελπίδα του πραγματοποιήθηκε. Το μεσημέρι της άλλης ημέρας που έβγαλε τα ψαροκόφινα έπιασε δύο κιλά, περίπου, ψάρια. Τα έβαλε στο σακίδιό του, το οποίο κρέμασε από το λαιμό χιαστί. Έριξε τα ψαροκόφινα με φρέσκο δόλωμα στην ίδια θέση και κολυμπώντας άρχισε να περνά τη λίμνη. Ήταν χαρού-μενος για την καλή ψαριά. Η όλη ψυχοσύνθεσή του άλλαξε από φόβο που του προκλήθηκε από ένα δυνατό θό­ρυβο (πλατς) που άκουσε πίσω του. Γύρισε το κεφάλι του και τότε εί­δε μια οχιά (έχιδνα) η οποία έπεσε από τα βράχια του φαραγγιού. Είχε ψηλά το κεφάλι της και κολυμπώντας προσπαθούσε να φτάσει το κορμί του. Τότε άρχισε στα μισά της λίμνης αγώνας σωτηρίας. Ο Νίκος βύθισε τα πόδια του και το κορμί του κάθετα μέσα στο νερό και προσπαθούσε με το δεξί του χέρι να κινηθεί προς την έξοδο από τη λίμνη. Ταυτόχρονα με το αριστερό του χέρι χτυπούσε το νερό και με το σχηματισμό κύματος απομάκρυνε την οχιά, η οποία έβλεπε το κεφά­λι του και το σακίδιο που επέπλεε σαν σανίδα σωτηρίας και προσπα­θούσε να φθάσει το κεφάλι ή το σακίδιο. Στην προσπάθειά της αυτή χανό-ταν για λίγο. Ξεπερνούσε τo κύμα που την απομάκρυνε και ξαναεμφανιζόταν απειλητική. Ο αγώνας αυτός κράτησε αρκετά λεπτά της ώρας, γιατί ο κυματισμός του νερού κτυπούσε στα βράχια και επανερχό­ταν στο κέντρο της λίμνης παρασύροντας κάθε ελαφρύ αντικείμενο που επέπλεε. Σε κάποια στιγμή ο Νίκος έφθασε στην αρχή της λίμνης και με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε να ανέβει στην πέτρινη πλάκα, γιατί η οχιά τον ακολουθούσε κολυμπώντας πίσω του και έπρεπε να συνεχίσει την πόλη με το δηλητηριώδες ερπετό (ΟΧΙΑ).

Ξάπλωσε στην πλάκα τελείως εξαντλημένος κα αδύναμος να σηκωθεί. Το νερό του ποταμιού που περνούσε πάνω από το γυμνό κορμί του τον συνέφερε αλλά ο ίδιος δεν ήταν, από φόβο, κούραση, ταχυκαρδία, σε θέση να σηκωθεί. Μετά από κάποιο χρόνο κατόρθωσε να δει που ήταν η οχιά. Την είδε να πασκίζει να ανέβει κι αυτή στην πλάκα, αλλά δεν τα κατάφερε γιατί, προφανώς, από κούραση την παρέσυρε το νερό που έπεφτε σαν μικρός καταρράχτης. Το ρεύμα νερού την παρέσυρε στη μέση της λίμνης όπου και χάθηκε στα βάθη της.

Η προαναφερόμενη περιπέτεια δημιούργησε στον Νίκο απροθυμία και φοβία για ψάρεμα στη λίμνη Παπαγγέλη. Η ψυχολογική αυτή κατάστα­ση τον έκανε να πάει στη περιοχή εκείνη μετά από τρείς ημέρες και να πάρει τα ψαροκόφινα, τα οποία τα μετέφερε με το Ντορή του στο καλύβι του πατρικού του κτήματος, χωρίς να ξαναψαρέψει το καλοκαίρι εκείνο. Στη δε περιοχή «Νησάκι Χαλούλαγα» – «Ξυνόσκαλα» και «Λίμνη Παπαγγελή» δεν ξαναπήγε ποτέ άλλοτε, εδώ και εξήντα πέντε χρόνια.

 

Νικόλαος Τσαρμπόπουλος

Υποστράτηγος ΕΛ-ΑΣ ε.α.

Σπύρος Τσαρμπόπουλος
Επόμενο άρθρο

Σχετικά Δημοσιεύσεις